KESJULY18

2019-07-13 13:16:34
«Αντί να τρίζει η άμαξα… »

«Αντί να τρίζει η άμαξα… »


ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ*  

Οι  εργατικές νομοθεσίες παραδοσιακά εστιάζουν στην «τυπική» εργασιακή  σχέση η οποία ορίζεται ως μια εργασία που είναι συνεχής, πλήρους απασχόλησης με άμεση σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Πέρα από την τυπική, υπάρχει όμως και η «μη τυπική» εργασιακή σχέση η οποία περιλαμβάνει την προσωρινή απασχόληση, τη μερική απασχόληση, την πολυμερή, τη συγκαλυμμένη και την εξαρτημένη αυτό-απασχόληση. Αναφερόμενοι στην προσωρινή απασχόληση ορίζεται πως ο εργαζόμενος εργάζεται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κάτω από καθορισμένης διάρκειας σύμβαση ενώ η μερική απασχόληση αναφέρεται σε εργασία όπου τα άτομα εργάζονται λιγότερες ώρες απ’ ότι τα υπόλοιπα άτομα της πλήρους απασχόλησης σε έναν οργανισμό.  

Στην πολυμερή απασχόληση ο εργαζόμενος φέρεται να εκτελεί εργασία μιας εταιρείας δουλεύοντας για λογαριασμό άλλης εταιρείας και να αμείβεται απ εκείνην.  Στη συγκαλυμμένη οι εργαζόμενοι μισθώνονται ως ανεξάρτητοι εργολάβοι αλλά η εργασία τους παρακολουθείται από επιβλέποντες ως να ήταν υπάλληλοι τους. Τέλος, στην εξαρτημένη αυτό-απασχόληση οι εργαζόμενοι εκτελούν υπηρεσίας για μιαν επιχείρηση αλλά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ομάδα πελατών τους.

Κομμάτια των διαφόρων αυτών ειδών απασχόλησης τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται και στον τομέα της παιδείας. Υπάρχουν οι «τυπικοί» εργαζόμενοι ( συμβασιούχοι, μόνιμοι εκπαιδευτικοί) αλλά και οι «μη τυπικοί» (αντικαταστάτες, συμβασιούχοι με το νέο σύστημα διορισίμων με εξετάσεις, εργαζόμενοι με την αγορά υπηρεσιών).

Τι σημαίνει όμως ΠΟΙΟΤΙΚΑ  αυτή η διάκριση; 

Η χρήση της μη τυπικής απασχόλησης μπορεί να παρέχει στις εταιρείες, και στην περίπτωση του ΥΠΠ  την ευελιξία να ανταποκρίνονται στις διακυμάνσεις της ζήτησης αλλά όταν συμβαίνει για πολύ καιρό αυτό επηρεάζει την παραγωγικότητα και την καινοτομία. Η ψυχολογία των εργαζομένων είναι διαφορετική, η δέσμευση και η σχέση τους με τον εργοδότη είναι μηδαμινή, η ψυχρότητα εκτέλεσης του έργου τους αυξάνεται με αποτέλεσμα να υπάρχουν  αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα. Στην περίπτωση των σχολείων μαθησιακά  αποτελέσματα.  

Βιβλιογραφικά  παραγωγή ονομάζεται η δημιουργία αγαθών ή υπηρεσιών προκειμένου να καλυφθούν οι ανθρώπινες ανάγκες και  διακρίνεται σε:

(α) πρωτογενή παραγωγή, η οποία αφορά αγαθά προερχόμενα από τη φύση, δηλαδή από τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία, τη δασοπονία, τη θήρα και τα μεταλλεία.

(β) δευτερογενή παραγωγή, η οποία αφορά αγαθά προερχόμενα από την επεξεργασία υλικών της πρωτογενούς παραγωγής, τα οποία δεν καταναλώνονται αυτούσια (λ.χ. ντομάτες ή φρέσκα ψάρια), αλλά χρησιμοποιούνται ως πρώτες ύλες στη βιομηχανία (λ.χ. κονσερβοποίηση ψαριών, αλευροποίηση σιταριού κλπ), στη βιοτεχνία, στην οικοτεχνία ή στη χειροτεχνία.

(γ) τριτογενή παραγωγή, η οποία αφορά υπηρεσίες: για παράδειγμα στον τομέα του εμπορίου, της υγείας, της παιδείας, των μεταφορών, του τουρισμού,  της τραπεζικής, της ασφαλιστικής κλπ. Οι υπηρεσίες αυτές αυξάνουν τη χρησιμότητα των αγαθών της πρωτογενούς και της δευτερογενούς παραγωγής.  Για παράδειγμα, τα μήλα θα σάπιζαν στο χωράφι αν δεν μπορούσαμε να τα μεταφέρουμε στην πόλη για να πωληθούν από τους φρουτέμπορους, έχοντας ασφαλίσει το φορτίο.

Επίσης, αναφέρεται πως η Παραγωγικότητα Εργασίας είναι ο πιο ευρέως διαδεδομένος δείκτης παραγωγικότητας και εκφράζει το αποτέλεσμα ενός συστήματος σε σχέση με το ανθρώπινο δυναμικό (αριθμός ατόμων, ή ώρες εργασίας) που παράγει το αποτέλεσμα. Η Παραγωγικότητα Εργασίας δεν εκφράζει την προσπάθεια του ανθρώπινου δυναμικού, ούτε μπορεί το επίπεδο της παραγωγικότητας εργασίας να θεωρηθεί ψηλό ή χαμηλό εξ υπαιτιότητας και μόνον των εργαζομένων. Η Παραγωγικότητα Εργασίας αντικατοπτρίζει τη συνολική επίδραση πολλών παραγόντων στο αποτέλεσμα, όπως του φυσικού κεφαλαίου (κτήρια, μηχανήματα), της τεχνολογίας, του ανθρώπινου κεφαλαίου (εκπαίδευση και κατάρτιση), της οργάνωσης της εργασίας, των οικονομιών κλίμακας κ.λπ.

Οι επιχειρήσεις, στηριζόμενες σε μετρήσεις της παραγωγικότητας στο επίπεδο τμημάτων και διαδικασιών, καταστρώνουν σχέδια δράσης για βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας προς όφελος των ίδιων των ιδιοκτητών (αυξημένη κερδοφορία) αλλά και των εργαζομένων (ψηλότεροι μισθοί). 

Οι μετρήσεις της χρησιμοποιούνται από οικονομικούς αναλυτές για διερεύνηση της επίδρασης διαφόρων παραγόντων, όπως της τεχνολογίας και της εκπαίδευσης, στην παραγωγικότητα και κατ΄ επέκταση στην οικονομική ανάπτυξη. Με βάση τα αποτελέσματα των αναλύσεων, οι κυβερνήσεις διαμορφώνουν πολιτική για να επηρεάσουν θετικά την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της χώρας τους προς όφελος του πληθυσμού. 

Οι συγκρίσεις της παραγωγικότητας μεταξύ χωρών, επίσης βοηθά στη διαμόρφωση πολιτικής από τις κυβερνήσεις με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας. 

Η απόδοση λοιπόν ευθυνών στους εργαζόμενους, στην περίπτωση της παιδείας στους εκπαιδευτικούς, δεν αποτελεί βάσιμο επιχείρημα καθώς οι στοχευμένες έρευνες και στρατηγικές που ακολουθήθηκαν εκ μέρους του ΥΠΠ είναι ελλιπείς. Πιο συγκεκριμένα,

Οι παράγοντες που επηρεάζουν την παραγωγικότητα είναι πολλοί και παρουσιάζουν μεταξύ τους περίπλοκες σχέσεις αλληλεπίδρασης. Διαχωρίζονται σε Μάκρο-παράγοντες και Μίκρο-παράγοντες. Οι Μακρο-παράγοντες αφορούν το περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείται η επιχείρηση και την ποιότητα των διαθέσιμων πόρων και διαμορφώνονται από πολιτικές σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Οι Μικρο-παράγοντες αφορούν τον τρόπο οργάνωσης και διεύθυνσης των επιχειρήσεων και διαμορφώνονται από αποφάσεις της επιχείρησης, (πρώτιστος από τη διεύθυνση και δευτερεύοντος από τη στάση των εργαζομένων).

Μάκρο-παράγοντες

- Ανταγωνισμός - αποτελεσματική λειτουργία των αγορών
- Η δομή της οικονομίας 
- Η οικονομική σταθερότητα 
- Βασικές υποδομές (συγκοινωνίες, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, νερό)
- Αποδοτικότητα Δημόσιας Υπηρεσίας
- Νομικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων
- Αγορά εργασίας και σύστημα εργασιακών σχέσεων (απασχόληση, ανεργία και υπηρεσίες απασχόλησης )
- Χρηματοδοτικό σύστημα
- Συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης για ανάπτυξη δεξιοτήτων
- Συστήματα ασφάλειας και υγείας
- Δομές στήριξης της καινοτομίας και επιχειρηματικότητας

Μίκρο παράγοντες

- Ανθρώπινο κεφάλαιο (συστήματα πρόσληψης, ανέλιξης, κινήτρων, αμοιβών, τρόπος ηγεσίας, διαχείριση γνώσεων και δεξιοτήτων του προσωπικού)
- Στρατηγικός σχεδιασμός
- Τεχνολογία και ιδιαίτερα Τεχνολογία Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ)
- Προγραμματισμός, οργάνωση και έλεγχος της εργασίας 
- Διευθυντικές πρακτικές
- Έρευνα, καινοτομία και δημιουργικότητα
- Ασφάλεια και υγεία
- Οργανωσιακή μάθηση

Έχουν λοιπόν ληφθεί από μέρους του ΥΠΠ  σοβαρά υπόψην όλοι αυτοί οι παράγοντες; Έχουν περιληφθεί στους σχεδιασμούς; Έχει καταστρωθεί ένα αποτελεσματικό πρόγραμμα βελτίωσης της παραγωγικότητας, επικεντρωμένο στις ιδιαίτερες αδυναμίες των σχολικών μονάδων;  ‘Εχει μετρηθεί  η παραγωγικότητά και την απόδοση της παρεχόμενης εκπαίδευσης  σε διάφορους τομείς, και έχει συγκριθεί με άλλα συστήματα εκπαίδευσης στην ολότητά τους; Έχει γίνει επένδυση σε διαδικασίες συνεχούς μάθησης;

Με ποιον τρόπο έχει γίνει προσπάθεια να αυξηθεί η παραγωγικότητα των σχολικών μονάδων;  

Βιβλιογραφικά αναφέρονται επιπλέον από τους προηγούμενους και οι πιο κάτω τρόποι. Σε ποιο σημεία αντικατοπτρίζονται οι ενέργειες του ΥΠΠ προς αυτές;

(α) Με τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού. Η τεχνολογία συνεχώς προσφέρει νεότερης γενιάς μηχανήματα με πρόσθετα πλεονεκτήματα (όπως μεγαλύτερη ταχύτητα στην παραγωγή, λιγότερο χρόνο συντήρησης, φθηνότερη ενέργεια κίνησης κλπ.) που καθιστούν τα απαρχαιωμένα (obsolete) υπάρχοντα.

(β) Με την εκπαίδευση προσωπικού μέσω σεμιναρίων, τα οποία θα καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα βελτίωσης προσωπικών ή επαγγελματικών ικανοτήτων και γνώσεων.

(γ) Με την εφαρμογή σύγχρονων, βελτιωμένων μεθόδων οργάνωσης και διοίκησης.

(δ) Με την προσφορά κινήτρων στους εργαζόμενους, είτε υλικής είτε ηθικής μορφής (π.χ. ετήσια αξιολόγηση και προαγωγή / μισθολογική αύξηση ικανοτέρων, δημόσια επιβράβευση κλπ).

(ε)  Με τη βελτίωση του εργασιακού κλίματος και περιβάλλοντος.

Φυσικά, ο βασικότερος παράγοντας βελτίωσης της παραγωγικότητας δεν είναι άλλος από τις επενδύσεις. Κάποιοι, με άλλα λόγια, πρέπει να βάλουν τα ωραία τους λεφτά, είτε, πρώτον, για να δημιουργήσουν μια νέα επιχείρηση, δεύτερον,  για να επεκτείνουν ή να εκσυγχρονίσουν μια υφιστάμενη, είτε τρίτον, για να εξυγιάνουν μια προβληματική. Ποιοι είναι αυτοί οι κάποιοι; Οι ιδιώτες και το κράτος. 

Γιατί λοιπόν δεν επενδύει χρήματα το κράτος στην αναβάθμιση της παιδείας;

Γιατί επιρρίπτονται ευθύνες στους απλούς εκπαιδευτικούς εργαζόμενους ενώ παρατηρούνται ελλείψεις σε όλους τους πιο πάνω τομείς και  ΚΥΡΙΩΣ στον τομέα ελέγχου και σωστής οργάνωσης και Διοίκησης, Διαχείρησης Ανθρώπινου Δυναμικού, προσφορά υγιούς εργασιακού κλίματος και περιβάλλοντος; 

Γιατί δεν έχει δημιουργηθεί μια τέτοια ομάδα από το ΥΠΠ  η οποία να συγυρίσει και να προτείνει λύσεις ώστε να  βελτιωθούν  τα ήδη κακώς έχοντα;

Γιατί  προτείνονται και υιοθετούνται λύσεις οι οποίες απλά θα επιβαρύνουν την υγεία και τη ψυχολογία των παιδιών του κόσμου ( βλέπε εξετάσεις τετραμήνων, βαθμολογίες από τις μικρές τάξεις του Δημοτικού κλπ)οι οποίες μάλιστα ίσως να είναι και επιστημονικά ανυπόστατες;  

*Εκπαιδευτικός

ΜΒΑ – Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού / Εργασιακές Σχέσεις


Αφήστε ένα σχόλιο

  • Υποχρεωτiκά πεδία *


If you have trouble reading the code, click on the code itself to generate a new random code.
 

Μιχάλης Α. Πόλης
Sun July 14, 2019, 09:34:07
Πολύ καλά τεκμηριωμένο άρθρο που με επιστημονικό τρόπο θέτει το Υπουργείο Παιδείας προ των ευθυνών του και αποδεικνύει γιατί ο δάσκαλος δεν πρέπει να είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος για τα μέτρια αποτελέσματα της εκπαίδευσης.

FREDERICKJULY18
ucaln2prtyxia
 Cyprus School of Molecular Medicine
kaitomia-ereyna ucy
TEPAKFEB19
NEAPJUL17
MIMJUL
ALEXANDER19
HPJETPRO
THEOLOGIKISXOLI
CDA2018
INTERCOLLEGE9
PROGNOSIS9
MARTIME
FORUMMARCH
global
CYIMASTER
Middlesex2016