KESJULY18

2019-03-05 10:24:00
Η Λογοτεχνία ως πηγή Ιστορίας –ένας προβληματισμός

Η Λογοτεχνία ως πηγή Ιστορίας –ένας προβληματισμός


ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΙΤΛΕΤΤΟΝ*

«Στη Νεολαία άρχισαν να μας διδάσκουν πώς να σπέρνουμε στις αυλές μας πατάτες, ντομάτες, καλαμπόκια και κάθε είδους ζαρζαβατικό. Επίσης πώς να τρέφουμε κότες και κουνέλια. Οι αρχές προηγουμένως κυνηγούσαν τις κότες… απ’ τα πάρκα είχαν ξεριζώσει τα λουλούδια κι είχαν σπείρει όλο λαχανικά… Στα μπακάλικα είχαν κάνει την εμφάνισή τους τρόφιμα με νέα ονόματα, όπως το σιτόρυζο…, ενώ το πραγματικό ρύζι κι η ζάχαρη είχαν ανεβεί σε ύψη αστρονομικά. Τότε διαδόθηκε πως στην Αθήνα ένας άξιος ηθοποιός βγήκε στη σκηνή και ρώτησε αναπάντεχα τον κόσμο:

-Να το πω; Να το πω;

-Να το πεις, του φώναξαν από κάτω, έτοιμοι να γελάσουν.

-Θα το πω κι ας το πιω, είπε εκείνος, εννοώντας το ρετσινόλαδο. Και συνέχισε:

Με –τάξι, Με –τάξι,

το ψωμί πήγε δεκάξι

και το λάδι θα πετάξει.

Χάλασε ο κόσμος στο χειροκρότημα. Φυσικά, οι πανταχού παρόντες αμέσως τον βούτηξαν. Κι ασφαλώς θα το ήπιε ο άνθρωπος το απαίσιο ρετσινόλαδο. «Ν’ αγιάσει το στοματάκι του», κρυφολέγαμε εμείς, δημοκρατικοί ως το κόκαλο…

Στις τέσσερις του Αυγούστου έγινε στην κεντρική πλατεία η καθιερωμένη καθεστωτική γιορτή, όπου και πήγαμε διά τον φόβον των Ιουδαίων!».

Γ. Ιωάννου, «Η σειρήνα», Η σαρκοφάγος, Αθήνα 1988

«Είναι τα κεφάλια δύο συγχωριανών μου. Τα πηγαίνω στο χωριό να τα στήσουμε στην πλατεία. Θα περάσει όλο το χωριό να τα δει και να τα φτύσει. Θα σας τα’ δειχνα, μα είναι τυλιγμένα με εφημερίδες…».

Γ. Ιωάννου, «Τα κεφάλια», Η σαρκοφάγος, Αθήνα 1988

  Η λογοτεχνία αμφισβητείται από αρκετούς ως πηγή ιστορικής γνώσης. Ο κόσμος θεωρεί τη λογοτεχνία προϊόν προσωπικής εκτίμησης γεγονότων ή προσωπικής αποτίμησης βιωμάτων σε ανάμειξη με τη φαντασία, προϊόν τέχνης που ενέχει το στοιχείο του πλασματικού, του φανταστικού και αποκλίνει σαφώς από την ιστορική πραγματικότητα. Στη λογοτεχνία άλλωστε, όπως και στις υπόλοιπες τέχνες, όπως και στα όνειρα, τ’ άλογα κι οι άνθρωποι πετάνε, οι καλοί νικούν μ’ ένα μαγικό τρόπο και θεότητες μαζί με υπερφυσικές υπάρξεις εμφανίζονται ξαφνικά ως ηθικοί επικριτές ή από μηχανής θεοί, ακόμα και πρόξενοι των γεγονότων. Η λογοτεχνία, ως τέχνη, μπορεί να πει κανείς ότι κρατά το σκήπτρο της υποκειμενικότητας.

 Κι αυτό συμβαίνει ενώ έχουμε λογοτεχνικά είδη που είναι άμεσα συνδεδεμένα με την ιστορία, όπως είναι λιγότερο το ιστορικό μυθιστόρημα και περισσότερο τα απομνημονεύματα και τα ημερολόγια. Ασφαλώς και τα δύο αυτά είδη παρέχουν μια προσωπική και άρα υποκειμενική θέαση των γεγονότων. Αν πάρει κανείς τα Απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη, θα δει μια προσωπική του διάθεση απέναντι σε άλλους οπλαρχηγούς, ενώ αν δει τα Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, θ’ αναγνωρίσει μια διάθεση έμφασης στην ατομική του συμβολή στα γεγονότα, πράγμα απολύτως φυσιολογικό, εφόσον πρόκειται για έναν αφηγητή με καθαρά εσωτερική εστίαση. Άλλωστε ο Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε τα Απομνημονεύματά του στον στρατηγό Τερτσέτη υστερότερα από τα γεγονότα κι αυτή η χρονική απόσταση δημιουργεί από μόνη της τις βάσεις της υποκειμενικότητας, ακόμα κι αν έχουμε κάποιον ο οποίος μετείχε κάποτε στα γεγονότα και θα μπορούσε να παράσχει πρωτογενές και αντικειμενικό υλικό.

  Στην αρθρογραφία υπάρχει η εξίσωση κάποτε της ιστορικής αφήγησης με τη λογοτεχνική. Αν δει κανείς συγκριτικά τα δύο αυτά είδη αφήγησης, πράγματι θα διαπιστώσει ότι και στις δύο περιπτώσεις μπορεί να έχουμε έναν ομοδιηγητικό ή αυτοδιηγητικό αφηγητή, ο οποίος παρουσιάζει τα γεγονότα από τη δική του οπτική γωνία, επομένως προκαλεί την αμφισβήτηση της αλήθειας των γραφομένων του. Μπορεί ακόμα να έχουμε έναν αυτοδιηγητικό αφηγητή που γράφει τις προσωπικές του εμπειρίες σ’ ένα λογοτεχνικό είδος κι έναν ετεροδιηγητικό αφηγητή που γράφει ιστορική αφήγηση σ’ ένα διδακτικό βιβλίο ιστορίας χωρίς να έχει ζήσει τα γεγονότα, παρεμβαίνοντας όμως στα γεγονότα, εξάγοντας συμπεράσματα και ερμηνεύοντας - σχολιάζοντας κατά την κρίση του. Ποιος λέει (περισσότερη;) αλήθεια; Και στην περίπτωση όπου αναμετριούνται ένας ετεροδιηγητικός λογοτεχνικός αφηγητής που βασίζεται σε βιώματά του μ’ έναν ετεροδιηγητικό ιστορικό αφηγητή που δεν γράφει για βιώματά του, τι γίνεται; Δεν συζητώ καν την περίπτωση και οι δύο να μην έχουν βιωματική σχέση με τα γεγονότα. Πόσο μάλλον την περίπτωση να γράφει κάποιος ιστορική αφήγηση με λογοτεχνικό ύφος.

  Είναι λοιπόν αποδεκτό ότι τα όρια ανάμεσα στη λογοτεχνική και την ιστορική αφήγηση δεν είναι πάντοτε σαφή. Πότε μας «λέει» κάποιος λογοτεχνία και πότε ιστορία; Άλλωστε και ειδολογικά ορισμένα κείμενα δεν μπορούν να θεωρηθούν μόνο λογοτεχνία ή μόνο ιστορία. Το θέμα είναι ότι ο γράφων λογοτεχνία που αφορά σε ιστορικά γεγονότα – βιώματα δεν μπορεί εύκολα να ξεφύγει από την ούτως ή άλλως εσωτερική του εστίαση και ν’ αποστασιοποιηθεί από τα γεγονότα, όπως υποτίθεται ότι απαιτείται για ν’ αποδώσει την ιστορική αλήθεια. Βεβαίως ούτε ο ίδιος γράφει, πιστεύω, έχοντας ως σκοπό ν’ αποδώσει την ιστορική αλήθεια, ασχέτως τι αναζητούμε εμείς στα γραπτά του. Το άλλο θέμα είναι πώς και σε ποιο βαθμό εμείς, ως εκπαιδευτικοί, χρησιμοποιούμε λογοτεχνικές πηγές για τη διδασκαλία του μαθήματος της ιστορίας. Πώς και σε τι μέρος της διδακτικής πράξης; Για να επιτελέσουν ποιο σκοπό; Συμπληρωματικά για επιβεβαίωση των όσων έχουμε διδάξει, ουσιαστικά για εξαγωγή συμπερασμάτων ή ανακεφαλαιωτικά για προβληματισμό;

  Παρέθεσα δύο αποσπάσματα από πεζογραφήματα του Γιώργου Ιωάννου τα οποία θέλησα να χρησιμοποιήσω στη διδασκαλία της ιστορίας της Γ΄ Λυκείου. Τελικά τα χρησιμοποίησα. Στην περίπτωση της ιστορίας, συμπληρωματικά ως προς τον τρόπο λειτουργίας των ολοκληρωτικών καθεστώτων της δεκαετίας 1930 – 1940. Στη λογοτεχνία όμως, στην περίπτωση όπου καλείσαι να διδάξεις ένα ποίημα με ιστορικό φόντο τον εμφύλιο πόλεμο, το πείραμα είναι πιο αποτελεσματικό. Το απόσπασμα από το πεζογράφημα του Ιωάννου «Τα κεφάλια» δίνει «ζωγραφικά» το κλίμα της εποχής και μπορείς να το προβάλεις εντελώς στην αρχή, για να εξηγήσεις, να προδιαθέσεις, να διευκολύνεις την ερμηνεία του διδακτέου κειμένου. Κι ίσως βεβαιώνει ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι μόνο λογοτεχνία – προσωπική σύνθεση, αλλά μπορεί να εκκινεί από μια ιστορική πραγματικότητα και να ενέχει αλήθειες, φοβερές αλήθειες που συνδέουν την τέχνη με την πραγματικότητα. Τελικά είναι η λογοτεχνία για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας και η ιστορία για τη διδασκαλία της ιστορίας;

  Ίσως να μην μπορούμε σε καμία περίπτωση να παράσχουμε ασφαλή και αληθή ιστορική γνώση στους μαθητές μας είτε δια της λογοτεχνίας είτε δια της ιστορίας όπως αυτή διδάσκεται μόνο μέσω των διδακτικών βιβλίων. Όμως το ν’ αποκαλύπτουμε το φάσμα των γεγονότων όπως το έζησαν και το είδαν πολλοί, είτε μελετητές είτε καλλιτέχνες, μπορεί στο τέλος να προβληματίσει περισσότερο και ν’ αποτελέσει άσκηση κριτικής σκέψης, που είναι ένα από τα βασικά μας ζητούμενα, αν όχι το βασικότερο, στην ιστορία. Ίσως βασικότερο κι από την ίδια την ιστορική γνώση. Χρησιμοποιώ τη λογοτεχνία σε χορογραφία με την ιστορία. Αμφισβητώ, νιώθω, ταξιδεύω σε οπτικές γωνίες, βλέπω τα γεγονότα μέσα από οπτικές γωνίες για να μπορέσω να βρω τη δική μου. Ίσως αυτό είναι το σύνθημά μας. 

«Να το πω; Να το πω;»

«Θα το πω»: Δεν μπορώ όμως παρά να θυμάμαι και τη συνέντευξη της κόρης του Ηλία Βενέζη, που δήλωνε ότι ο πατέρας της ποτέ δεν έβγαζε το νούμερο 31328 από πάνω του. Επειδή ήταν το νούμερό του. Επειδή «Το Νούμερο 31328» είναι απολύτως αληθινό, απολύτως ιστορικό.

Δεν μπορώ παρά να κρατώ κι από την αρθρογραφία το πιο ανατριχιαστικά αισιόδοξο κι αισιόδοξα ανατριχιαστικό: ότι ο Ερρίκος Σλήμαν πίστεψε στα έπη του Ομήρου, που ήσαν λογοτεχνία, για να μπορέσει ν’ ανακαλύψει στο τέλος την Τροία.

*Φιλόλογος

Λύκειο Α΄ Εθνάρχη Μακαρίου Γ΄ Πάφου


Αφήστε ένα σχόλιο

  • Υποχρεωτiκά πεδία *


If you have trouble reading the code, click on the code itself to generate a new random code.
 

FREDERICKJULY18
ucaln2prtyxia
 Cyprus School of Molecular Medicine
kaitomia-ereyna ucy
TEPAKFEB19
NEAPJUL17
INKPAIDEIA19
HPJETPRO
THEOLOGIKISXOLI
CDA2018
INTERCOLLEGE9
PROGNOSIS9
MARTIME
FORUMMARCH
global
CYIMASTER
Middlesex2016