KESJULY18

2018-10-19 09:29:28
Εργασιακές Σχέσεις στην Εκπαίδευση  και Παραγωγικότητα Εργαζομένων (Μέρος Α’)

Εργασιακές Σχέσεις στην Εκπαίδευση και Παραγωγικότητα Εργαζομένων (Μέρος Α’)


ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ*

Η έννοια των εργασιακών σχέσεων είναι ευρύτατη και καλύπτει πολλά φάσματα μέσα σε έναν οργανισμό, ιδιωτικό ή κυβερνητικό. Απλουστευμένα, οι εργασιακές σχέσεις διαχωρίζονται σε δύο ομάδες. Στη μια ομάδα εντάσσονται οι εργασιακές σχέσεις που αφορούν στις σχέσεις όπως αυτές ορίζονται από την εργατική νομοθεσία και τις συμβάσεις της. Στη δεύτερη ομάδα εντάσσονται οι εργασιακές σχέσεις όπως αυτές αναπτύσσονται μέσα στους ίδιους τους οργανισμούς και είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση της σωστής λειτουργίας του οργανισμού και της διατήρησης του επιπέδου της ικανοποίησης των εργαζομένων σε υψηλά επίπεδα. Με άλλα λόγια ο όρος εργασιακές σχέσεις συνδέεται με τις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στο εργασιακό περιβάλλον και συσχετίζονται στενά με την αποστολή και τη λειτουργία των οργανισμών (Φαναριώτης, 2004).

Είναι άμεσα συνδεδεμένες με τον ανθρώπινο παράγοντα γι αυτό και είναι εύθραυστες, χρειάζονται διαφύλαξη και προσεκτική διαχείριση για αποφυγή κρίσεων. Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν τις εργασιακές σχέσεις, θετικά ή αρνητικά, και μπορούν να διακριθούν σε εσωτερικούς και εξωτερικούς. Στους εσωτερικούς ανήκουν οι αυτοί που σχετίζονται με το περιβάλλον εργασίας, το σύστημα οργάνωσης-λειτουργίας και Διοίκησης των οργανισμών. Στους εξωτερικούς,  εντάσσονται παράγοντες που έχουν να κάνουν με τον τόπο όπου βρίσκεται ο οργανισμός, το νομικό καθεστώς και τα συστήματα οργάνωσης, διοίκησης και λειτουργίας αυτών.

Επίσης, στους εξωτερικούς παράγοντες συγκαταλέγονται και οι συνθήκες οικονομίας της χώρας, οι συνθήκες στέγασης των εργαζομένων, το φορολογικό σύστημα, οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί, καθώς και οι επιδράσεις της τεχνολογίας οι οποίες υποχρεώνουν οργανισμούς και εργαζόμενους σε συνεχείς προσαρμογές τόσο του εξοπλισμού όσο και των τεχνικών γνώσεων του προσωπικού (Φαναριώτης, 2004).

Οι παράγοντες οι οποίοι ανήκουν στην πρώτη ομάδα εργασιακών σχέσεων που αφορούν στις σχέσεις όπως αυτές ορίζονται από την εργατική νομοθεσία και τις συμβάσεις της είναι οι συμβάσεις εργασίας, η χρηματική αμοιβή και παροχές , το ωράριο εργασίας, η υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων, το πρόγραμμα εκπαίδευσης και κατάρτισης προσωπικού, τα εργατικά συνδικάτα.

Στη δεύτερη ομάδα που αναφέρεται στις εργασιακές σχέσεις όπως αυτές αναπτύσσονται μέσα στους ίδιους τους οργανισμούς και είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση της σωστής λειτουργίας του οργανισμού και της διατήρησης του επιπέδου της ικανοποίησης των εργαζομένων σε υψηλά επίπεδα περιλαμβάνονται παράγοντες όπως: η επικοινωνία των συμβαλλόμενων μερών, οι συγκρούσεις, η σχέση του εργοδότη και του εργαζόμενου, το εργασιακό άγχος, ο εκφοβισμός ή η σεξουαλική παρενόχληση, οι τρόποι αντιμετώπισης των αρνητικών συναισθημάτων των εργαζομένων.

Η κυπριακή εκπαίδευση, και κατ επέκταση τα κυπριακά σχολεία δεν αποτελούν εξαίρεση του κανόνα. Το καθένα με τη σειρά του είναι ένας οργανισμός ο οποίος με τον τρόπο του επηρεάζει θετικά ή αρνητικά αυτές τις εργασιακές σχέσεις καθώς και τα αποτελέσματα των εργαζομένων του. Το ΥΠΠ αφορούν οι παράγοντες που έχουν να κάνουν με το εξωτερικό περιβάλλον και τη χάραξη πολιτικής για το εσωτερικό, ενώ τα σχολεία τα αφορούν οι παράγοντες που έχουν να κάνουν με το εσωτερικο περιβάλλον αλλά ταυτόχρονα είναι συνδεδεμένα με τις οδηγίες του  ΥΠΠ.

Οι εργασιακές σχέσεις στην Κύπρο στον κόσμο των εκπαιδευτικών περνούν τα τελευταία χρόνια μια κρίση τόσο εξωτερική  όσο και εσωτερική. Συγκεκριμένα, τα τελευταία χρόνια που το ΥΠΠ έχει παρέμβει και έχει διαταράξει το εργασιακό περιβάλλον των εκπαιδευτικών αφού έχει αλλάξει τα εργασιακά δεδομένα τους δημιουργώντας εκπαιδευτικούς διαφόρων ταχυτήτων υπάρχει ένας αναβρασμός και μια απογοήτευση. Με τις οικονομικίστικες αποφάσεις  που πάρθηκαν και αφορούν στο ότι κάποιοι θα έχουν εφάπαξ και άλλοι όχι, άλλοι θα παίρνουν ψηλότερο και άλλοι χαμηλότερο μισθό, τα κίνητρα των εκπαιδευτικών έχουν μειωθεί και έχουν αλλάξει σε συνδυασμό με το τι τους ζητείται να κάνουν, τον τρόπο που καλούνται να το κάνουν και τη στήριξη που λαμβάνουν. Επίσης, πριν δύο χρόνια με την εισαγωγή του ΝΣΔ, όπου προβλέπεται άλλοι να έχουν δουλειά κάθε δύο χρόνια και άλλοι όχι και φέτος το καλοκαίρι με την απαξίωση τυ εκπαιδευτικού κόσμου η οποία έχει επηρεάσει στο μέγιστο  το ηθικό, την όρεξη αλλά και την παραγωγικότητα των συμβαλλόμενων εργαζομένων. Η κρίση στις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών είναι εμφανείς τόσο προς το ΥΠΠ όσο και προς τις Διευθύνσεις των σχολείων τους.

Δυστυχώς, μεταβάλλοντας τα τελευταία χρόνια τους εξωτερικούς παράγοντες ενός εργασιακού χώρου, φαίνεται πως οι εμπλεκόμενοι ξέχασαν ότι η αμοιβή είναι προιόν νομικής συμφωνίας και αποτελεί την ανταπόδοση για τη συμμετοχή του εργαζομένου στην κοινή προσπάθεια για την επίτευξη των στόχων του οργανισμού ( Παπαλεξανδρή & Μπουραντας, 2003). Ξέχασαν πως οι αμοιβές και τα ωράρια εργασίας ορίζονται με βάση άλλες παραμέτρους σε κάθε χώρα και πως όταν μελετάμε και αντιπαραβάλλουμε στοιχεία , από το δίκτυο Ευρυδίκη για παράδειγμα, πρέπει να συγκρίνουμε όμοια δεδομένα και παραμέτρους. Δεν έλαβαν σοβαρά υπόψην τους το γεγονός ότι για ν’ αλλλάξουν οι συμβάσεις εργασίας πρέπει να κατωχυρωθούν νομικά και με τις νόμιμες δημοκρατικές διαδικασίες αλλά και να γίνουν αποδεκτά από τα μέλη τα οποία θα τα εκτελέσουν.  

Επιπλέον, με βάση αυτούς τους εξωτερικούς παράγοντες οι οργανισμοί και οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένοι με βάση το νόμο ακόμα και στην Κυπριακή Δημοκρατία να προσφέρουν στους εργαζομένους τους ένα υγιές και ασφαλές περιβάλλον. Η υγιεινή των εργαζομένων αναφέρεται ως η «εξασφάλιση τέτοιων συνθηκών στο εργασιακό περιβάλλον ώστε να μην υφίστανται κίνδυνοι για την υγεία των εργαζομένων» ενώ η ασφάλεια τους αναφέρεται στην «εκτέλεση της εργασίας υπό τέτοιες συνθήκες ώστε να μην υφίσταται κανένας κίνδυνος για τους χειριστές και το περιβάλλον της εγκατάστασης». Έχουν άραγε οι εργαζόμενοι εκπαιδευτικοί αυτή την κάλυψη;

Δυστυχώς όχι. Καθημερινά πλέον είναι έρμαιο των επιθυμιών των παραβατικών μαθητών σε βάρος της υγείας τους, της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και μαθησιακής στέρησης των υπολοίπων μαθητών. Μόνοι, σε μια κοινωνία ανέχειας και κατακραυγής αυτών που προσπαθούν καθημερινά να μεταδώσουν γνώσεις (όσες μπορούν) σε περιβάλλοντα δύσκολα με τους «σωτήρες»που έχει διορίσει το ΥΠΠ να μην μπορούν να βοηθήσουν αρκετά διότι δεν υπάρχουν χρήμστα. Λες και ο μόνος τρόπος σε αυτον τον τόπο είναι τα χρήματα.

Ενώ λοιπόν στους κανονισμούς ασφάλειας στην εργασία αναφέρεται και η τακτική εκπαίδευτση των νέων εργαζομένων για θέματα ασφάλειας, στην εκπαίδευση μια τέτοια τακτική δεν εφαρμόζεται παρά μόνο για πρώτες βοήθειες με σεμινάρια μιας μέρας. Για τους απλούς εκπαιδευτικούς οι οποίοι είναι οι πρώτοι που τρέχουν όταν συμβεί κάτι σεμινάρια διαχείρισης συγκρούσεων, πιστοποιημένων  Πρώτων Βοηθειών δεν προνοούνται. Επιμόρφωση για θέματα διαχείρισης περιστατικών βίας και παραβατικής συμπεριφοράς εντός και εκτός αίθουσας διδασκαλίας ενώ έπρεπε λόγω της σημαντικότητας τους να είναι στην πρώτη γραμμή προσφοράς προς τους εκπαιδευτικούς  φαίνεται να έχουν υπερκαλυφθεί με άλλα θεωρητικότερα θέματα.

Προχωρώντας, ενώ η ανάγκη εκπαίδευσης, η οποία ορίζεται από τους Παπαλεξανδρή και Μπουραντά, 2003 ως η οργανωμένη διαδικασία μάθησης που αποβλέπει στην απόκτηση και τροποποίηση των γνώσεων αλλά και των στάσεων συμπεριφοράς των εργαζομένων με στόχο την επίτευξη αποτελεσματικής απόδοσης, είναι αυξημένη, παρατηρείται ανεπάρκεια εκ μέρους του εργοδότη να την εφαρμόσει σωστά. Με τις ραγδαίες αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας οι εκπαιδευτικοί νιώθουν ανασφαλείς και έχουν την ανάγκη συνεχούς κατάρτισης καθώς και της επιβεβαίωσης του αισθήματος πως οι ανώτεροί τους επενδύουν σ αυτούς μέσω της εκπαίδευσής τους. Έτσι μπορούν να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της εργασίας τους, να είναι πιο παραγωγικοί και να στοχεύσουν στην εξέλιξή τους, γεγονός το οποίο έχει πια έχει εκλείψει στη δημόσια εκπαίδευση λογω κακών χειρισμών.

Όλα αυτά αλλά και άλλα σοβαρά ζητήματα των εργαζομένων εδώ και χρόνια προσπαθούν  να λύσουν οι συντεχνίες των εκπαιδευτικών οι οποίες επίσης στην κυπριακή κοινωνία αλλά και στα γραφεία των εργοδοτών τα τελευταία χρόνια δεν τυγχάνουν του δέοντος σεβασμού. Παρά το γεγονός πως στον ιδιωτικό τομέα τα συνδικάτα δεν έχουν την ίδια ισχύ διότι οι απλοί εργάτες σε αναλογία είναι κατά πολύ λιγότεροι από τους εργάτες του δημοσίου, εντούτοις οι συνδικαλιστές στο δημόσιο τομέα κρατούν το βιωτικό επίπεδο ακόμη σε ικανοποιητικά επίπεδα. Ο Κίτρου (2012) μάλιστα, πιστεύει πολύ στην ικανότητά τους να επηρεάζουν διάφορες καταστάσεις και την αναγακαιότητα ύπαρξης τους.  

Χωρίς επικοινωνία, κοινό όραμα, αλληλοσεβασμό και κοινό προγραμματισμό όμως η παιδεία του τόπου εδώ και χρόνια ακολουθεί καθοδική πορεία λόγω της οικονομικοποίησης της και της λανθασμένης εκμετάλλευσής της για «αλλότριους σκοπούς» διαφόρων κερδοφόρων φορέων. Ενώ η Βαρδακώστα 2001, ορίζει την επικοινωνία ως τη διαδικασία με την οποία μεταβιβάζονται πληροφορίες και νοήματα από έναν άνθρωπο σε έναν άλλο, εντούτοις παρατηρείται στις μέρες μας μεγάλη δυσκολία συνεννόησης μεταξύ τους. Περισσότερο μάλιστα όταν αυτές είναι πληροφορίες από τους εργαζόμενους προς τους εργοδότες ή στην περίπτωση των εκπαιδευτικών από τους εκπαιδευτικούς προς τους ανωτέρους τους όλων των επιπέδων. Ενώ κατά τον Μπουραντά 1992, ο στόχος είναι να προκαλέσει ο ένας στον άλλο την εμφάνιση ιδεών, πράξεων συνασθημάτων, ενεργειών που σε τελική ανάλυση να επηρεάσουν την κατάσταση και τη συμπεριφορά τους προς θετική κατεύθυνση εντούτοις καταλήγουν σε ρήξη και συγκρούσεις επηρεάζοντας τις εργασιακές σχέσεις αρνητικά.

Σκοπός της είναι όμως η προσαρμογή των ιδεών στην επίτευξη του γενικότερου σκοπού, στη διευκόλυνση της ροής των πληροφοριών, στην εδραίωση ενός κλίματος συνεργασίας και το συντονισμό της στάσης τους απέναντι στη σωστή διοίκηση. Μια διοίκηση βασισμένη στον ανθρώπινο παράγοντα, στη βελτίωση των ανθρωπίνων σχέσεων, τη βελτίωση της συμπεριφοράς των εργαζομένων, την αφομοίωση της κουλτούρας, τον προσδιορισμό των ρόλων των εργαζομένων, την επίλυση και διαχείριση συγκρούσεων, την προώθηση των οργανωτικών αλλαγών με στόχο την αναβάθμιση της επιχειρησιακής δομής (Σταυρόπουλοε και Χρονάκης , 2012) και κατ’επέκταση της δημόσιας εκπαίδευσης.

*ΜΒΑ- Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού – Εργασιακές Σχέσεις


Αφήστε ένα σχόλιο

  • Υποχρεωτiκά πεδία *


If you have trouble reading the code, click on the code itself to generate a new random code.
 

Μιχάλης Α. Πόλης
Tue October 23, 2018, 20:59:15
Η πίεση και ο φόρτος εργασίας πάνω στο διδακτικό προσωπικό γίνεται συνεχώς μεγαλύτερη. Το Υπουργείο δεν μας καλύπτει από λεκτική και άλλη βία που εξασκούν πάνω μας γονείς, εξωσχολικοί κλπ. Οι παραβατικοί μαθητές θεωρούν ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν αλλά δεν δέχονται κυρώσεις ούτε αυτοί ούτε οι γονείς τους. Και το Υπουργείο σε περίπτωση καταγγελίας σε ρόλο Πόντιου Πιλάτου..Υπό τέτοιες συνθήκες ανασφάλειας πώς μπορεί κάποιος να βιώσει ικανοποίηση από την εργασία του;
Μπορεί να κάνεις εκατό πράγματα σωστά, όμως καιροφυλακτούν στη γωνιά για το μικρότερο, φανταστικό ή πραγματικό ολίσθημα για "να σου τη φέρουν" Δεν υπάρχει συμψηφισμός. Είναι πολύ ψυχοφθόρο..

FREDERICKJULY18
ucaln2prtyxia
 Cyprus School of Molecular Medicine
kaitomia-ereyna ucy
CUTSEPT2018
NEAPJUL17
MIMSEPT
INTERCOLLEGE
THEOLOGIKISXOLI
CDA2018
PAJUNE18
PROGNOSIS9
MARTIME
FORUMMARCH
OLYMPION2017
iky2018
ALEXANDERJULY18
OPAPCYPRUS
MOECEE
Middlesex2016