KESJULY18

2018-09-12 11:06:18
 Το φθινόπωρο, ο Οβίδιος και τ’ «αχρείαστα» μαθήματα II

Το φθινόπωρο, ο Οβίδιος και τ’ «αχρείαστα» μαθήματα II


«Η εκπαίδευση δεν είναι το γέμισμα ενός κουβά αλλά το άναμμα μιας φλόγας»
William Butler Yeats

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΙΤΛΕΤΤΟΝ* 

Ο Οβίδιος βρισκόταν στην παγωμένη γη της εξορίας του και μάζευε διαρκώς άμμο μέσα σ' ένα κουβά. Αυτό του είπαν να κάνει. Αυτό έμαθε να κάνει. Το έκανε ανέκαθεν, από κεκτημένη ταχύτητα, σχεδόν αντανακλαστικά. Ο κουβάς γέμιζε κι εκείνος τον άδειαζε πάντα σ' ένα σωρό που φαινόταν μικρός για να μπορέσει κανείς να χτίσει κάποτε ένα κάστρο. Έπειτα ο φθινοπωρινός αγέρας σκόρπαγε την άμμο πέρα - δώθε. Ο Οβίδιος βαριόταν θανάσιμα στην εξορία του. Έπληττε και μελαγχολούσε. Εισέπνεε κι εξέπνεε άμμο. Σκέτη άμμο. Χωρίς γέλιο και χωρίς δάκρυα.
Ώσπου μια μέρα με δυνατό αγέρα άφησαν στο νησί ένα θεατρολόγο, ένα μουσικό, ένα φωτογράφο κι ένα ζωγράφο. "Κι εσύ εδώ; Τι κάνεις όλη μέρα; Πώς περνάς;" τον ρώτησαν. "Να, ολημερίς γεμίζω αυτό τον κουβά με άμμο. Μα με παρηγορεί ότι κι οι άλλοι γεμίζουν τον κουβά τους με άμμο εκεί πίσω στην πατρίδα. Η γη έχει γεμίσει άμμο. Δεν χρειάζεται καν να την καλλιεργούμε. Πρέπει όμως να τη μαζεύουμε. Πρέπει να προικίζουμε τα παιδιά μας με δαύτη. Μολαταύτα με παρηγορεί και κάτι άλλο: ότι τη νύχτα ξεκουράζομαι και μετρώ τ' αστέρια. Πέτρες δεν είναι κι αυτά; Πού ξέρεις; Αν πέσουν κάποια σ΄αυτή την αμμώδη παραλία και τα τρίψεις, μπορεί ν' ανάψεις φωτιά. Έτσι παρηγοριέμαι. Μπορεί, εκτός από τη δυνατότητα να χτίσουν κάποτε ένα κάστρο στην άμμο, να χαρίσω και τη φωτιά στα παιδιά για να μην ξεπαγιάσουν. Να ζεσταθούν τα κόκαλά τους τώρα που έρχεται χειμώνας. Προς το παρόν όμως έχουμε την άμμο. Να, πάρτε κι εσείς ένα κουβά". Εκείνοι τον κοίταξαν λυπημένοι. "Μα δεν θέλουμε κουβά. Φέραμε μαζί μας μόνο σπίρτα", απάντησαν. "Προτιμούμε ν' ανάψουμε με αυτά μια φωτιά παρά να στοιβάζουμε άμμο ή να περιμένουμε να πέσουν τ' αστέρια για να τα τρίψουμε όπως οι παλαιολιθικοί άνθρωποι".
Είναι, αλήθεια, διακριτές οι κατηγορίες των ανθρώπων, παλαιολιθικών, νεολιθικών και μεταλιθικών, που δρουν στο πεδίο της άμμου και της φωτιάς, το πεδίο της παιδείας και της κοινωνίας (δεικνύοντας έτσι και την παιδεία που έλαβαν). Λες και τους έχουν μαζέψει όλους σε μιαν εξορία σαν τη νήσο της Έλβα και μπορείς να τους δεις να περιφέρονται με τα λάβαρα, το σχήμα και το χρώμα τους. Μπορούν κάλλιστα να κατηγοριοποιηθούν και να ονομαστούν με λατινικά ονόματα, όπως επιστημονικά ονομάζουμε τα ζώα και τα φυτά: Dermochelys coriacea, Hippeastrum, Cosmos atrosanguineus.
Έτσι μπορεί κανείς να δει πρώτα το είδος "homo materialis". Αυτός είναι ο άνθρωπος που όταν υπηρετεί την παιδεία, κόπτεται για τ' απολύτως χρήσιμα που προσφέρει και που θα τύχουν εφαρμογής. Ο homo materialis είναι πρακτικός και υπολογιστικός. Μετρά τις ώρες εργασίας του, τα κεκτημένα του, τα κέρδη του, τις ωφέλειες από κάθε κόκκο άμμου που στοιβάζει στον ή βγάζει από τον κουβά του. Εκτός της παιδείας, ο homo materialis γεμίζει το σακί του με χρήματα ή μετρά την υλική/ χρηστική αξία των ανθρώπων και των πραγμάτων. Υπολογίζει το έλλειμμα και τις υπερωρίες του, ξέρει ακριβώς πόσα του έδωσες και πόσα σου έδωσε. Είναι ένα ισχυρό και βιώσιμο ποσοστό, όπως άλλωστε και η άμμος.
Έπειτα είναι ο "homo liberalis". Ο άνθρωπος που εργάζεται ευγενώς και άοκνα με σεβασμό στους κόπους των άλλων. Αυτός που, εντός της παιδείας, εξυψώνει το αντικείμενό του εξυψώνοντας τα υποκείμενα και χωρίς να μειώνει το αντικείμενο των άλλων. Πώς εξυψώνει κανείς τα υποκείμενα; Μα ξεκινώντας από τη σπουδαιότερη συν-τακτική θέση και πράξη: το ρήμα. Πράττει, ενεργεί λοιπόν ο homo liberalis και δίνει χώρο στους άλλους να δημιουργήσουν, να μιλήσουν, ν' αναπνεύσουν. Στην κοινωνία ο liberalis κοιτάει τη δουλειά του και δεν ασχολείται με τους άλλους. Αγαπά την ελευθερία και τολμά να προτείνει μιαν εναλλακτική λύση για το στοίβαγμα της άμμου σε σωρούς. Ονειρεύεται την πρόοδο, την έκφραση, τη δικαιοσύνη. Και το ανάστημά του δεν φαίνεται ούτε μετριέται, όπως άλλωστε κι η άμμος μιας παραλίας.
Είναι πολλές οι κατηγορίες. Καλές και κακές. Είναι, όμως, κι εκείνη, η άλλη κατηγορία, ο "homo sentimentalis", ο άνθρωπος που σχηματίζεται μέσα από την τριβή με τις τέχνες. Ο άνθρωπος που μπορείς να τον αποκαλέσεις κι αλλιώς: Dermochelys coriacea, Hippeastrum, Cosmos atrosanguineus. Όταν ο homo sentimentalis υπηρετεί την παιδεία, είναι η "καλπάζουσα μειονότητα", όπως λέμε "καλπάζουσα ασθένεια", αφού έτσι τον αντιμετωπίζουν. Μολύνει, βλέπετε, το σινάφι. Είναι εκείνος που ζεσταίνει το έρημο παιδί, εκείνος που ξεχερσώνει τη γη για να τη φυτέψουν οι ονειροπόλοι. Όταν ο homo sentimentalis προκύπτει μέσα από την παιδεία και δρα στην κοινωνία, σκύβει να μαζέψει ένα σκουπίδι, στηρίζει έναν ανήμπορο, κλαίει με το παιδί που απέμεινε μόνο, ταΐζει φρονίμους κι άφρονες, μοιράζεται σαν κομμάτια βασιλόπιτας, γίνεται η αλοιφή στην πληγή που κακοφόρμισε. Ύστερα διαμαρτύρεται για την ανέγερση ενός εκτρωματικού κτηρίου στα πνευμόνια της πόλης του, γονατίζει να σηκώσει το λ(ι)ερό ψωμί του άστεγου, ρίχνει φως στην αλήθεια, επιμένει να χορεύει τη "λίμνη των κύκνων" διαμαρτυρόμενος εμπρός από μια λίμνη που δεν έχει πια κύκνους.
Ωστόσο ο homo sentimentalis, μολονότι είδος που ακόμα εκτρέφεται, ενίοτε εκτρέπεται, γι' αυτό και συνιστά απειλή για την κοινωνία. Αναρωτιέστε λοιπόν πού βρίσκεται ο homo sentimentalis. Στ' αποφάγια; Στη λήθη; Στ' αζήτητα; Ψηφίζει; Ψωνίζει; Κυκλοφορεί; Παίρνει τα παιδιά του στο σχολείο και το βράδυ τους δείχνει τον ουρανό και τα μη σύνορα των υπέργειων πολιτειών; Πού είναι ο homo sentimentalis; Δεν φορά ούτε την ετικέτα του για να τον αναγνωρίσεις in exilio αλλά μέσα στον κόσμο. Πού είναι λοιπόν; Ο Οβίδιος ίσως να ξέρει. Γιατί την ώρα που τρεκλίζει στο σκοτάδι που πυκνώνει για να γεμίσει τον κουβά του με άμμο, όπως τον ορμήνεψαν κι όπως πράττει χρόνια τώρα, τον βλέπει ν' αφήνει τον μπόγο του στην αμμουδιά, να ρίχνει τον κουβά του στη θάλασσα, να στεγνώνει το σπιρτόκουτό του και να πασχίζει ν' ανάψει μια φλόγα κι ας τη σβήνει ο αγέρας του φθινοπώρου και της εξορίας, κι ας μην θεριέψει ποτέ.

"Βιάσου", είπε ο φωτογράφος στον μουσικό. "Έρχεται χειμώνας και νυχτώνει γρήγορα. Αυτό σημαίνει ότι τα χρώματα σμίγουν και πήζουν όλα μαζί σ' ένα αξεδιάλυτο κουβάρι κι έτσι η νήσος της Έλβα γίνεται ένα λασπώδες έδαφος. Πρέπει να προλάβουμε ν' απαθανατίσουμε την ομορφιά προτού νυχτώσει. Τώρα που είναι εύσχημη και διακριτή". Ο Οβίδιος έχωσε την παλάμη του στην άμμο του όπως έκανε για χρόνια. Ύστερα όλοι μαζί έκατσαν στην παραλία κι αντί να περιμένουν τ' αστέρια να πέσουν για να τα τρίψουν, άναψαν μονάχοι τους μια φωτιά. Από τη θάλασσα φαινόταν σαν ένα αχνό φωτάκι που πάλευε να κρατηθεί κι ακουγόταν τόσο όσο το αδυνατισμένο σφύριγμα του ναυαγού που πεθαίνει αργά, αμετάκλητα κι επώδυνα.

*Φιλόλογος

Λύκειο Α' Εθνάρχη Μακαρίου Γ' Πάφου

*Αφιερωμένο  στον αείμνηστο Ιωάννη Ταϊφάκο, Καθηγητή μου στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

 


Αφήστε ένα σχόλιο

  • Υποχρεωτiκά πεδία *


If you have trouble reading the code, click on the code itself to generate a new random code.
 

FREDERICKJULY18
ucaln2prtyxia
 Cyprus School of Molecular Medicine
kaitomia-ereyna ucy
CUTSEPT2018
NEAPJUL17
MIMSEPT
LEVENTIOS
INTERCOLLEGE
THEOLOGIKISXOLI
CDA2018
PAJUNE18
PROGNOSIS9
MARTIME
FORUMMARCH
OLYMPION2017
iky2018
ALEXANDERJULY18
MOECEE
Middlesex2016