keslogisticks

2018-01-22 09:06:02
«Τον θάνατο κανένας δεν πρέπει να φοβάται, εκτός αν είναι εντελώς ανόητος και δειλός…» (Πλάτωνας)

«Τον θάνατο κανένας δεν πρέπει να φοβάται, εκτός αν είναι εντελώς ανόητος και δειλός…» (Πλάτωνας)


ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΒΑΝΕΖΗ*

Με την ευκαιρία της συμμετοχής μου στο ολοήμερο συνέδριο που οργανώθηκε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου το Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018 με θέμα: «Προσεγγίζοντας τις έννοιες της απώλειας και του πένθους – Ο ρόλος των εκπαιδευτικών», παρακινήθηκα να γράψω το άρθρο αυτό.

Το αποτελεσματικό σχολείο παρέχει στους μαθητές γνωσιολογικά και συναισθηματικά εφόδια προκειμένου να ανταποκριθούν στις όποιες προκλήσεις της ζωής. Με δεδομένο ότι στη ζωή η εμπειρία της απώλειας, υλική ή άυλη, είναι αναπόφευκτη και ότι κάθε αλλαγή εμπεριέχει την απώλεια και κάθε απώλεια απαιτεί αλλαγή, θεωρείται απαραίτητη και η συστηματική ένταξη μαθησιακών δραστηριοτήτων  με στόχο την  αποδοχή και τη διαχείριση του βιώματος της απώλειας, του πένθους, ώστε οι μαθητές να εξοικειωθούν με τις πολλαπλές αυτές πτυχές. 

Ο θάνατος, το πένθος και η θλίψη είναι έννοιες που χρησιμοποιούνται όταν υπάρχει απώλεια. «Ο θάνατος είναι η μη αναστρέψιμη διακοπή της ζωής» (Rana & Upton, 2010, σελ.283). Αυτό οδηγεί σε αλλαγή της υπόστασης μιας ζωντανής οντότητας, η οποία εκδηλώνεται με τον θάνατο του οργανισμού σαν ολότητα, του οποίου προηγείται ο θάνατος των μεμονωμένων οργάνων, κυττάρων. Πιο συγκεκριμένα, ο θάνατος θεωρείται ότι συμβαίνει όταν τα ζωτικά όργανα σταματήσουν την λειτουργία τους (Rana & Upton, 2010).

Η απώλεια οποιασδήποτε σημαντικής σχέσης για το άτομο, όπως ο τερματισμός μιας ερωτικής σχέσης, απώλεια ανθρώπινης ζωής  ή κατοικίδιου, φέρνει πάντα αναστάτωση και οδύνη. Οδύνη που γίνεται επώδυνη όταν το άτομο δεν μπορεί να τη μοιραστεί με άλλους και απομονώνεται στη μοναξιά ενός “παραγνωρισμένου θρήνου” (Doka, 1989).

Η απώλεια ορίζεται ως «η στέρηση κάποιου από ένα αγαπημένο του άτομο εξαιτίας θανάτου» (Howarth & Leaman, 2001 στο Rowling, 2000, στο National children’s bureau, 2007). Διάφοροι ορισμοί έχουν δοθεί για το πένθος (bereavement), ο Solomon και ο Green το 1984 το περιέγραψαν ως “το γεγονός της απώλειας λόγω θανάτου”. Το πένθος αποτελεί τη νοητική διεργασία όπου το άτομο αποδέχεται το θάνατο και τη δική του θέση μέσα σε αυτή την κατάσταση, ενσωματώνοντας τον πόνο και την απουσία επενδύοντας σε νέα αντικείμενα, χωρίς όμως να ξεχνά το πρόσωπο που πέθανε (Leclerqc & Hayez, 1998).

Το άτομο μπροστά στον θάνατο επέρχεται μια Κρίση η οποία θα μπορούσε να οριστεί ως μία προσωρινή κατάσταση που προκαλεί έντονο άγχος και αποδιοργάνωση και χαρακτηρίζεται από την αδυναμία του ατόμου να ελέγξει και να διαχειριστεί το γεγονός αυτό. (Χατζηχρήστου 2011). Ο όρος κρίση αναφέρεται στα συναισθήματα φόβου και οδύνης του ατόμου για τη διαταραχή και όχι στη διαταραχή αυτή καθαυτή (Κολιοπάνου 2011). Η κρίση ενδέχεται πολλές φορές να βιώνεται από το παιδί ως «τραύμα », δηλαδή έχουμε «την ψυχική λειτουργία του παιδιού να διαταράσσεται σοβαρά για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα (μεγαλύτερο των 6 μηνών) (Χατζηχρήστου 2012).

Το παιδί όταν έρχεται αντιμέτωπο με τη θλίψη και την σύγχυση που προκαλεί η απώλεια, έχει ανάγκη να αντιμετωπιστεί ως άτομο που θρηνεί. Τα παιδιά όταν απορρίπτονται από την οικογένεια αναζητούν καταφύγιο στο σχολείο. Οι εκπαιδευτικοί μπορεί να είναι πρόσωπα αναφοράς και εμπιστοσύνης (Chadwick,2012). Τα παιδιά ανακουφίζονται, δυναμώνουν, τονώνεται η αυτοεκτίμηση τους όταν έστω μόνο ο εκπαιδευτικός και οι συμμαθητές του αναγνωρίσουν την απώλεια τους και το θρήνο τους ως νόμιμο και φυσιολογικό.

Ο Neimeyer αντιμετωπίζει το άτομο που θρηνεί ως ενεργό υποκείμενο που αγωνίζεται να προσαρμοσθεί σε μια αλλαγμένη ζωή. Προτείνει ένα εναλλακτικό μοντέλο θρήνου, το οποίο στοιχειοθετείται στη βάση της κονστρουκτιβιστικής θεωρίας και έχει ως επίκεντρο την ανακατασκευή νοήματος.

Σύμφωνα με την κονστρουκτιβιστική προσέγγιση οι άνθρωποι κατασκευάζουν ιδιοσυγκρασιακά συστήματα νοήματος που οργανώνονται γύρω από ένα σύνολο πυρηνικών πεποιθήσεων. Οι πεποιθήσεις από τη μια πλευρά καθοδηγούν την αντίληψη του ατόμου για τα γεγονότα της ζωής του και από την άλλη κατευθύνουν τη συμπεριφορά του σε σχέση με αυτά. Σε αυτή την οπτική, το δυναμικό κομμάτι στην εμπειρία του πένθους, δηλαδή η κεντρική διεργασία, είναι η διεργασία της ανακατασκευής νοήματος. Ο Neimeyer (2006) με τις παρακάτω προτάσεις θέτει πλαίσιο αρχών μέσα στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν νέες προβλέψεις και πρακτικές σε σχέση με το πένθος συμβάλλοντας στη μορφή και στο σχήμα της νοηματοδότησης στη ζωή όσων πενθούν. Τις προτάσεις αυτές. ο καθένας τις επεξεργάζεται υπό το πρίσμα τριών παραγόντων, το πολιτισμικό πλαίσιο-υλικό, ψυχικό και βέβαια το πνευματικό του.

Για να μπορέσουμε να βοηθήσουμε το παιδί θα πρέπει να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε εκείνους τους προστατευτικούς παράγοντες που θα βοηθήσουν τα παιδιά να ανταπεξέλθουν καλύτερα στις δυσκολίες της ζωής, τόσο της σχολικής όσο και της ενήλικης ενισχύοντας την «Ψυχική Ανθεκτικότητα» που ορίζεται ως η ικανότητα του ατόμου να επανέρχεται, να αντέχει στις δυσκολίες και να επαναδομεί τον εαυτό του. (Wolin 1993). Με άλλα λόγια, το άτομο να αναπτύξει την ικανότητα του  στο να αναγεννιέται, να επανέρχεται να προσαρμόζεται με επιτυχία στο περιβάλλον παρά τις αντιξοότητες.

Το σχολείο καλείται να επωμιστεί ρόλους που πριν είχε η οικογένεια, η τοπική κοινωνία αλλά και η εκκλησία. Για το μαθητή το σχολείο είναι το σημείο αναφοράς μετά την οικογένειά του και καθίσταται το δεύτερό του σπίτι. Γίνεται “ο σημαντικός άλλος” στη ζωή του παιδιού που πενθεί, προσφέροντάς του φροντίδα, κατανόηση και υποστήριξη ( Cullinan, 1990). Το σχολείο είναι η κατάλληλη δομή που εφοδιάζει τους μαθητές σε γνωστικό, συναισθηματικό και κοινωνικό επίπεδο, έτσι ώστε να καταστούν ικανοί να ανταποκριθούν στις όποιες προκλήσεις της ζωής.

Θεωρείται απαραίτητο το σχολείο να εφαρμόζει στρατηγικές ένταξης σε προγράμματα ευαισθητοποίησης των μαθητών που αφορούν ζητήματα απώλειας, πένθους και θανάτου με δεδομένο ότι οι απώλειες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ζωής. Μέσα από τη διαθεματικότητα και τη δημιουργικότητα, η έννοια του θανάτου είναι δυνατόν να προσεγγιστεί με διάφορες δραστηριότητες. Στο μάθημα της Γλώσσας, της Λογοτεχνίας, της Ιστορίας, της Μουσικής, της Ζωγραφικής, αλλά και με συγκεκριμένο μάθημα αγωγής γύρω από το θάνατο. Το σχολείο μπορεί να αντλήσει και να δημιουργήσει υλικό για δραστηριότητες από παραμύθια και εικαστικές τέχνες, την εμπλοκή του παιδιού στη κηπουρική, την ποίηση, τη μουσική, τη συγγραφή, το κολλάζ, τη ζωγραφική, τις ιστορίες, το κουτί αναμνήσεων, τα έθιμα, δημιουργώντας τον “Τοίχο των συναισθημάτων” κ.α. (Π. Πεντάρης,2018). Οι μαθητές μπορούν να εκφραστούν συμμετέχοντες σε θεατρικό παιχνίδι, δραματοθεραπεία, μουσικοθεραπεία, κ.ά. (Ευδοκίμου,1999).

Για την υλοποίηση των πιο πάνω προσεγγίσεων είναι απαραίτητο να εφαρμόζονται με άρτια παιδαγωγικά καταρτισμένους εκπαιδευτικούς. Η ελλιπής εκπαίδευση σχετικά με τις κατάλληλες μεθόδους προσέγγισης των πενθούντων μαθητών και γενικά με το πένθος στην παιδική ηλικία και το ευρύτερο πλαίσιο του θανάτου αποτελεί έντονο πρόβλημα που απασχολεί τους εκπαιδευτικούς στο εκπαιδευτικό τους έργο (Papadatou et al., 2002. Pratt, Hare, & Wright, 1987). Σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα Κύπρο και Ελλάδα, η πλειονότητα των εκπαιδευτικών δηλώνει ανεπάρκεια να στηρίξει το μαθητή που πενθεί, λόγω έλλειψης ενημέρωσης αλλά και φόβο ότι μπορεί να τον αναστατώσουν περισσότερο (Papadatou et al., 2002). Επίσης από έρευνα της Cullinan (1990) φαίνεται ότι οι εκπαιδευτικοί που είχαν δικά τους ανεπίλυτα πένθη, με υψηλό επίπεδο φόβου για το θάνατο δήλωναν ανεπαρκείς στο να στηρίξουν τους μαθητές τους.

Ο εκπαιδευτικός δεν θα πρέπει να σιωπά απέναντι στο παιδί που πενθεί. Η σιωπή μπορεί να επιφέρει μεγαλύτερο άγχος στο παιδί που πενθεί και να προκαλέσει την αίσθηση ότι δεν είναι άξιο ενδιαφέροντος και συμπόνιας. Η έκφραση συναισθημάτων από τη μεριά του εκπαιδευτικού μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά να ανακαλύψουν ότι ο θρήνος φέρνει πόνο και ότι τα συναισθήματα πρέπει να εκφράζονται. Τα δάκρυα ανακουφίζουν το πόνο και ο εκπαιδευτικός πρέπει να το μεταδώσει αυτό στα παιδιά (Haggard, 2005).

Αν και ο καθένας βιώνει με το δικό του τρόπο την τον θάνατο, ωστόσο όλοι περνούν και πρέπει να περάσουν μια μεταβατική περίοδο και αυτή είναι η περίοδος του πένθους (Ράλλη, 2006). Σύμφωνα με τον Κανακάκη (1989, στο Ντόλατζα, 2008) η περίοδος αυτή μας βοηθά να αποχαιρετήσουμε ότι χάσαμε, να γνωρίσουμε την πραγματικότητα και να συμβιβαστούμε μαζί της.

Καθώς τα παιδιά περνούν ένα μεγάλο μέρος της ημέρας στο σχολείο μαζί με τους εκπαιδευτικούς τους, αναπτύσσουν μια ξεχωριστή σχέση μ’ αυτούς, μια σχέση εμπιστοσύνης. Να μπορούν να μοιράζονται τις σκέψεις τους, τις ανησυχίες τους, τις χαρές και τις λύπες τους, να ταυτίζονται μαζί τους και πολλές φορές να επηρεάζονται από τις απόψεις τους. Από την άλλη ο εκπαιδευτικός καθώς παρακολουθεί από κοντά την φυσιολογική, αλλά και τη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών, είναι σε θέση να κρίνει πότε το παιδί βρίσκεται στον κατάλληλο χρόνο και στην κατάλληλη θέση για να λάβει κάποιες πληροφορίες για το δυσνόητο θέμα του θανάτου. Πέρα από την μετάδοση των γνώσεων, ο εκπαιδευτικός καλείται να συμβάλλει στην προαγωγή της ψυχικής υγείας του παιδιού, καθώς και στην συναισθηματική και κοινωνική του ανάπτυξη (Χατζηχρήστου, 2004).

Ο κύριος προβληματισμός όσο αφορά την αγωγή θανάτου και την αντιμετώπιση του πένθους των μαθητών είναι ποιος θα μπορούσε να αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Μέσα από πληθώρα αρμοδίων κρίθηκε περισσότερο κατάλληλος ο εκπαιδευτικός, καθώς είναι ο δεύτερος μετά την οικογένεια, περισσότερο κοντά στο παιδί και επιπρόσθετα  είναι αυτός που μεταδίδει τις γνώσεις, δεξιότητες, αξίες και παρέχει τα κατάλληλα εφόδια για τις ανάγκες της ζωής (Wass,1991). Ο εκπαιδευτικός επομένως περισσότερο από τον καθένα, μπορεί μέσω των ευκαιριών που του παρέχονται από τα μαθήματα, να προσφέρει τις κατάλληλες και απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τον θάνατο (Wass,1991).

Όσο αφορά το παιδί που πενθεί, ο εκπαιδευτικός οφείλει να το στηρίξει σε αυτήν την δύσκολη στιγμή της ζωής του. Αρχικά πρέπει να μπορεί να αναγνωρίσει τα προβλήματα που συνδέονται με την εμπειρία του θανάτου και του πένθους. Η χαμηλή επίδοση, η υπερκινητικότητα, η παρορμητικότητα και η διάσπαση προσοχής, είναι φυσιολογικές αντιδράσεις, οι οποίες δεν πρέπει να παρεξηγούνται και να αξιολογούνται ως παθολογικά δυσλειτουργικά συμπτώματα (Judith, Cohen, & Mannarino, 2011). Ακόμη ο εκπαιδευτικός οφείλει να ξέρει πως η εμπειρία και οι αντιδράσεις στην απώλεια διαφέρει σε κάθε παιδί. Θα πρέπει να δείχνει κατανόηση στον προβληματισμό, στη θλίψη και στην ανάγκη διαφορετικής εκτόνωσης που αισθάνεται το κάθε παιδί, αλλά παράλληλα να διατηρεί μια σταθερή συμπεριφορά και προσδοκίες, ώστε να μην το διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα παιδιά (Herbert,2004).

Είναι πολύ σημαντικό οι εκπαιδευτικοί να είναι καλοί ακροατές. Να ακούνε, χωρίς να νιώθουν την ανάγκη να λύσουν τα προβλήματα του παιδιού που θρηνεί, αλλά ούτε να παρουσιάζουν τις καταστάσεις φυσιολογικές χωρίς προβλήματα. Θα πρέπει να δείχνουν σεβασμό απέναντι στα συναισθήματα του παιδιού, χωρίς να τα υποτιμούν και χωρίς να του ζητούν να φανεί γενναίο (Haggard, 2005). Συχνά ο εκπαιδευτικός μπορεί να έρθει αντιμέτωπος να επισημάνει τον θάνατο ενός άλλου παρόμοιου περιστατικού που έχει συμβεί σε άλλο παιδί της σχολικής κοινότητας με σκοπό να βοηθήσει. Είναι σημαντικό το σχολείο και ιδιαίτερα ο κάθε εκπαιδευτικός  να είναι σε ετοιμότητα δίδοντας άμεση συναισθηματική στήριξη, είτε ομαδικά είτε ατομικά και στα υπόλοιπα παιδιά, για όσο χρόνο είναι απαραίτητο (Stevenson, 2006).

Πρέπει να παρέχεται από τον εκπαιδευτικό ένα υποστηρικτικό πλαίσιο, όπου το παιδί θα μπορέσει να αναγνωρίσει την απώλεια, να θρηνήσει, να της δώσει νόημα και να την εντάξει στην ζωή του (Παπαδάτου, 2005). Θα πρέπει να καταστεί ικανός μέσω της επιμόρφωσής του,  να δίνει σαφείς απαντήσεις στα ερωτήματα του παιδιού που βρίσκεται σε πένθος, να το διαβεβαιώνει ότι είναι φυσιολογικό να αισθάνεται μπερδεμένο, θυμωμένο και απογοητευμένο και παρόλο που ίσως αισθάνεται αδύναμο, θα τα βγάλει πέρα έχοντας στο πλευρό του άτομα που το αγαπούν. Θα πρέπει να στηρίξει τον γονιό στη προσπάθεια του να βοηθήσει το παιδί και να τον παραπέμψει στους ειδικούς ψυχολόγους όταν το κρίνει απαραίτητο.

Όσοι εκπαιδευτικοί έχουν να επωμιστούν το βαρύ φορτίο της αγωγής θανάτου, θα πρέπει να έχουν φτάσει σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο αυτογνωσίας, σε μια γνώση βάθους, σε σχέση με τις δικές τους ιδιαιτερότητες συμπεριφοράς και στάσης, σε σχέση με το θάνατο. Πιο συγκεκριμένα, πιστεύω ότι πρέπει να επιμορφωθούν  πάνω στις ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών, στα αναπτυξιακά τους στάδια και στο τρόπο έκφρασης των συναισθημάτων τους. Όσο αφορά την αυτογνωσία τους, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν τα δικά τους ταμπού, συναισθήματα και φόβους σε σχέση με το θάνατο, ώστε να μπορέσουν να βοηθήσουν στη συνέχεια το παιδί (Atkinson,2007).

*Καθηγητής Πληροφορικής


Αφήστε ένα σχόλιο

  • Υποχρεωτiκά πεδία *


If you have trouble reading the code, click on the code itself to generate a new random code.
 

FREDERICK-EX
ucaln2prtyxia
 Cyprus School of Molecular Medicine
kaitomia-ereyna ucy
MA/MSc2018
NEAPJUL17
THALIS
MOECEE
microsoft1718
HPJETPRO
CDA17MAY
PAJULY17
AIGAIA
FORUM-EISDOXI
iky2018
global
Middlesex2016