keslogisticks

2017-08-08 10:37:04
Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση Κύπρου (Κοινοτική Συνέλευση) και Επιτροπή Παιδείας

Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση Κύπρου (Κοινοτική Συνέλευση) και Επιτροπή Παιδείας


ΤΟΥ ΔΡΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΣΟΥΛΙΔΗ*

Πενήντα επτά χρόνια έχουν περάσει από την 7η Αυγούστου του 1960, ημέρα πραγματοποίησης των πρώτων (και μοναδικών) εκλογών για την ανάδειξη των μελών της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης Κύπρου (ΕΚΣΚ), η οποία αποτελούσε την απόλυτη Αρχή στα θέματα Παιδείας για την ελληνική κοινότητα του νησιού.

Στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα θέματα παιδείας δεν αποτελούσαν αρμοδιότητα της κεντρικής κυβέρνησης αλλά των Κοινοτικών Συνελεύσεων, Ελληνικής και Τουρκικής, τα μέλη των οποίων εκλέγονταν σε ξεχωριστές εκλογές. Το status της καθεμιάς ήταν το ίδιο ακριβώς με αυτό της άλλης. Η ΕΚΣΚ που αριθμεί 26 μέλη θα συνέλθει στην πρώτη της συνεδρία στις 31 Αυγούστου 1960 και θα εκλέξει ομόφωνα τον Κωνσταντίνο Σπυριδάκι στη θέση του προέδρου του σώματος.

Στη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου (περίοδο που μεσολάβησε από την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου και μέχρι την εγκαθίδρυση της Ανεξάρτητης Δημοκρατίας) τα θέματα Παιδείας έτυχαν χειρισμού από διορισμένο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο, στο οποίο προήδρευε ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις. Τραγική ειρωνεία αποτέλεσε για τον άγγλο Διευθυντή Παιδείας W. B. Tudhope, ο οποίος τερμάτισε το 1956 τη λειτουργία του Παγκυπρίου Γυμνασίου, στο οποίο Γυμνασιάρχης ήταν ο Κ. Σπυριδάκις, να παραδώσει τα ηνία της Εκπαίδευσης στον Κ. Σπυριδάκι, ως πρόεδρο του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου. Αναφέρει ο ίδιος: «Η παράδοσις της Ελληνικής Παιδείας εις το Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συμβούλιον εγένετο ανεπισήμως υπό του τέως Άγγλου Διευθυντού της Παιδείας. Ούτος ως εντεταλμένος της Κυβερνήσεως είχε σφραγίσει προ τινών ετών, το 1956, διαρκούντος του αγώνος, το κλεισθέν Παγκύπριον Γυμνάσιον, ότε διεγράφη τούτο, ως ανωτέρω ανεφέρθη, εκ του Μητρώου των Σχολών της νήσου, παραλαβών παρά του τότε Γυμνασιάρχου αυτού. Εις τον αυτόν ως Πρόεδρον του συσταθέντος κατά τα ανωτέρω Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συμβουλίου παρέδωσεν απερχόμενος εκ Κύπρου την διαχείρισιν της Ελληνικής Παιδείας».

Πολύ νωρίς θα γίνει αντιληπτό ότι «ουδεμία προεργασία υπήρχε δια την λειτουργία της (Κοινοτικής) Συνελεύσεως». Η Κοινοτική Συνέλευση θα ξεκινήσει κυριολεκτικά από το μηδέν και χωρίς υποδομή. Θα στεγαστεί σε γραφεία που θα της παραχωρηθούν από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, θα δανειστεί έπιπλα από την Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου (ΠΑΚ) και την Τεχνική Σχολή, ενώ θα επιστρατεύσει γραμματειακό προσωπικό από το ήδη υποστελεχωμένο Γραφείο Ελληνικής Παιδείας.

Το δοτό σύνταγμα της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας παρουσίαζε σημαντικά κενά ως προς τον τρόπο σύνθεσης και λειτουργίας των δύο Κοινοτικών Συνελεύσεων. Παρά το γεγονός ότι το Κυπριακό Σύνταγμα αναφέρεται εκτενώς στις Κοινοτικές Συνελεύσεις (άρθρα 86 έως 111), υπήρχαν ζητήματα τα οποία αφήνονταν στη διακριτική ευχέρεια της Κοινοτικής Συνέλευσης, όπως για παράδειγμα, το ζήτημα του αριθμού των μελών της. Με στόχο να ξεπεραστούν οι λειτουργικές αδυναμίες, θα ζητηθεί η νομική συνδρομή και εμπειρία των Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Κρίτωνα Τορναρίτη και Γλαύκου Κληρίδη, προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Ο πρόεδρος της Κοινοτικής Συνέλευσης, με σπουδές στην Ελλάδα και τη Γερμανία, είχε υπηρετήσει ως Γυμνασιάρχης στο Παγκύπριο Γυμνάσιο και υπήρξε καθηγητής του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Συνεκτιμώντας την κρίση και τις απόψεις του, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος τον είχε συμπεριλάβει στα άτομα που είχε καλέσει να τον συνοδεύσουν στις κρίσιμες συνομιλίες στο Lancaster House στο Λονδίνο.

Ο Κ. Σπυριδάκις είχε διαφωνήσει με την πραγματοποίηση του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ αλλά, στη συνέχεια, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους υμνωδούς του. Αν και αντίκριζε το αποτέλεσμα των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, ως «προϊόν αδηρίτων περιστάσεων», με «πολλά μειονεκτήματα» και ως μη ανταποκρινόμενο «προς τας εθνικάς επιδιώξεις», εκτιμούσε ότι αυτό θα μπορούσε «να αποτελέση θεμέλιον ευημερίας του Ελληνικού Κυπριακού Λαού (…) και τον κρίκον περαιτέρω καλλιέργειας πνεύματος συνεργασίας μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων όχι μόνον εν τη νήσω, αλλά και εν τω διεθνεί πεδίω».

Ο Κ. Σπυριδάκις θα αναδειχθεί σε καθοριστικής σημασίας φυσιογνωμία στο χώρο της εκπαίδευσης, από όποια θέση κλήθηκε να την υπηρετήσει. Θα έχει συχνά τη στήριξη του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και θα επιδιώξει, κάποιες φορές με εκβιαστικό τρόπο, την απόλυτη υποστήριξη της Κοινοτικής Συνέλευσης, συγκεντρώνοντας στο πρόσωπό του την εκπαιδευτική εξουσία.

Κοντά στον Κ. Σπυριδάκι, ασκώντας σημαντικό ρόλο στη λειτουργία της ΕΚΣΚ, θα βρεθεί ο Π. Αδαμίδης, ως Διοικητικός Λειτουργός της ΕΚΣΚ στην αρχή και ως Γενικός Διευθυντής του υπουργείου Παιδείας, στη συνέχεια. Ο Π. Αδαμίδης θα έχει την ευθύνη της προετοιμασίας των πρώτων εκπαιδευτικών νομοθετημάτων που θα θεσπίσει η Κοινοτική Συνέλευση. Καθοριστικός θα είναι, επίσης, ο ρόλος που θα διαδραματίσουν κατά την επισκοπούμενη περίοδο οι Κλ. Γεωργιάδης, Διευθυντής του ΓΕΠ (μετέπειτα Γενικός Διευθυντής Εκπαίδευσης), Α. Κούρος, Τμηματάρχης Στοιχειώδους (μετέπειτα υπουργός Παιδείας), Θ. Σοφοκλέους, Τμηματάρχης Μέσης/Ανωτέρας και Φρ. Βράχας, Διευθυντής της ΠΑΚ. Υπήρξαν όλοι τους φορείς της ενωτικής ιδεολογίας και ένθερμοι υποστηρικτές της ανθρωπιστικής / κλασικής παιδείας.

Η Κοινοτική Συνέλευση, έχοντας την απόλυτη ευθύνη της δημόσιας εκπαίδευσης, συγκροτεί με βάση τις πρόνοιες του  Ν. 2/1960 την ισχυρή Επιτροπή Επιλογής και Διοίκησης. Η συγκεκριμένη Επιτροπή, η οποία εν συντομία αναφέρεται ως Επιτροπή Διοίκησης, καταρτίζει ένα ευρύτερο σύνολο επιτροπών για την άσκηση του έργου της Συνέλευσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται οι Επιτροπές Παιδείας, Συνεργατισμού, Δήμων και Κοινοτικής Ευημερίας, Θρησκείας – Προσωπικού θεσμού – Δικαστηρίων, Οικονομικών και η Επιτροπή επί του Κανονισμού.

Η Επιτροπή Παιδείας αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην εκπαιδευτική πολιτική, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από νομοθεσίες, οδηγίες και κανονισμούς που θεσπίζει η ΕΚΣΚ και το Γραφείο (Ελληνικής) Παιδείας, που αποτελεί εν δυνάμει το πρώτο υπουργείο Παιδείας της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Όπως εμφαίνεται στο Νόμο για την οργάνωση του Γραφείου Παιδείας, η Επιτροπή Παιδείας έχει την αυξημένη ευθύνη του καθορισμού των εργασιών του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, αλλά και των Επιτροπών που υπάγονται στο Γραφείο. Την Επιτροπή Παιδείας απαρτίζουν οι Δρ. Κ. Σπυριδάκις (πρόεδρος), Δρ. Χρ. Χαραλάμπους (ΟΕΛΜΕΚ), Ι. Χαρμαντάς (ΠΟΕΔ), Ν. Αντωνίου, Π. Κουμενής, Ι. Μάτσης και Δρ. Μ. Τριτοφτίδης.

Η Επιτροπή Παιδείας λειτουργεί και ενεργεί πάντοτε υπό τη σκιά του προέδρου της ΕΚΣΚ και της Επιτροπής Επιλογής και Διοίκησης Κ. Σπυριδάκι, του οποίου ο λόγος έχει βαρύνουσα θέση. Κατά τη διάρκεια της ερευνητικής μας προσπάθειας διαπιστώσαμε ότι τα οργανογράμματα που αναφέρονται στη δομή της Κοινοτικής Συνέλευσης αποτελούν, με μικρές διαφοροποιήσεις, ανατύπωση του οργανογράμματος που εμφανίζεται σε έκδοση του Γραφείου Ελληνικής Παιδείας του 1964 με θέμα την Κυπριακή Εκπαίδευση. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε μια σαφή εικόνα για τη δομή της ελληνοκυπριακής εκπαίδευσης στα πρώτα χρόνια του μετα-αποικιακού κράτους και ιδιαίτερα πριν από την εφαρμογή του τροποποιητικού Νόμου 6/1962, ο οποίος προκάλεσε ιδιαίτερη αναταραχή στις σχέσεις των εκπαιδευτικών με τις εκπαιδευτικές αρχές και έδωσε την αφορμή για τις πρώτες απεργιακές κινητοποιήσεις.

Μια πρώτη αποτύπωση του οργανογράμματος και ανάλυση της δομής της ΕΚΣΚ με βάση τον πρώτο νόμο για την ΕΚΣΚ (Νόμος 7/1960) μπορεί να μελετήσει κανείς στο ερευνητικό έργο του υποφαινόμενου «Πολιτική, Εκπαιδευτική Πολιτική και Διδασκαλικός Συνδικαλισμός στην Κύπρος (1960-1974), το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επιφανίου (2016).

Αξίζει επίσης να σημειωθεί για σκοπούς καθαρά σημειολογικούς, ότι οι εκπαιδευτικές οργανώσεις ΠΟΕΔ και ΟΕΛΜΕΚ επιχείρησαν (και πέτυχαν), παρά τις αρχικές έντονες αντιδράσεις του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και του Κωνσταντίνου Σπυριδάκι, όπως δύο αντιπρόσωποί τους (ο δάσκαλος Ιωάννης Χαρμαντάς και ο φιλόλογος Χριστάκης Χαραλάμπους) εκλεγούν Μέλη της Κοινοτικής Συνέλευσης. Οι εκπαιδευτικές οργανώσεις είχαν ακολουθήσει σε αυτή την περίπτωση το παράδειγμα της βρετανικής διδασκαλικής ομοσπονδίας που από το 1877 είχε επιχειρήσει τη διεκδίκηση άμεσης αντιπροσώπευσης στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, στόχο που πέτυχε το 1893. Προφανώς η ενέργεια αυτή των ελληνοκυπριακών εκπαιδευτικών οργανώσεων αποσκοπούσε στη εξυπηρέτηση των διδασκαλικών συμφερόντων. Ωστόσο, πολύ σύντομα οι εκπαιδευτικές οργανώσεις θα αντιληφθούν το εσφαλμένο αυτής της προσέγγισης καθώς θα διαπιστώσουν ότι η επιτυχία των διεκδικήσεών τους προϋπέθετε τη συναίνεση της πλειονότητας των μελών και όχι την παρουσία κάποιων μελών τους στο Σώμα.

Η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση Κύπρου θα τερματίσει τη λειτουργία της την 31η Μαρτίου του 1965 δίνοντας τη θέση της στο νεοσύστατο με βάση το δίκαιο της ανάγκης Υπουργείο Παιδείας. Με αυτό τον τρόπο η Εκπαίδευση, η οποία είχε τεθεί για πέντε χρόνια και με βάση το Σύνταγμα έξω από τη σφαίρα της κυβερνητικής πολιτικής, εντάσσεται στο κυβερνητικό έργο.


[i] Διευθυντής σχολείου / Ιστορικός της Εκπαίδευσης

Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση Κύπρου (Κοινοτική Συνέλευση) και Επιτροπή Παιδείας


Αφήστε ένα σχόλιο

  • Υποχρεωτiκά πεδία *


If you have trouble reading the code, click on the code itself to generate a new random code.
 

Μιχάλης Α. Πόλης
Wed August 09, 2017, 12:31:58
Οι κοινοτικές συνελεύσεις ήταν ένα από τα διαιρετικά στοιχεία του Συντάγματος του 1960. Το τελευταίο από τα 13 σημεία που υπέβαλε ο Μακάριος το 1963 προς την Τουρκία και τον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο Φαζίλ Κουτσιούκ για τροποποίηση του Συντάγματος προνοούσε την κατάργηση της Ελληνικής κοινοτικής συνέλευσης, ενώ άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο διατήρησης της αντίστοιχης τουρκικής συνέλευσης.
Η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την κυβέρνηση, μετά την τουρκική ανταρσία των ετών 1963-64 έδωσε την ευκαιρία στον Μακάριο να εφαρμόσει μονομερώς τη δέκατη τρίτη πρόταση του, που στο κάτω κάτω δεν αφορούσε την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Έτσι η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση καταργήθηκε και τη θέση της πήρε το Υπουργείο Παιδείας που συστάθηκε το 1965, όπως πολύ σωστά αναφέρατε.
Είναι αξιοσημείωτο ότι, παρά το ότι το Σύνταγμα της Κύπρου διαλαμβάνει τη σύσταση και λειτουργία δέκα μόνο υπουργείων, με τη σύσταση του Υπουργείου Παιδείας τα υπουργεία έγιναν ένδεκα, αριθμός που παραμένει αναλλοίωτος μέχρι και σήμερα.

FREDERICK-EX
ucaln2prtyxia
 Cyprus School of Molecular Medicine
kaitomia-ereyna ucy
MA/MSc2018
NEAPJUL17
THALIS
MOECEE
microsoft1718
HPJETPRO
CDA17MAY
PAJULY17
AIGAIA
FORUM-EISDOXI
iky2018
global
Middlesex2016